Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to capitalize on
[phrase form: capitalize]
01
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
to use a particular situation, resources, or opportunity effectively to gain some benefit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
capitalize
ενεστώτας
capitalize on
γ΄ ενικό πρόσωπο
capitalizes on
ενεστώτα μετοχή
capitalizing on
απλός αόριστος
capitalized on
παθητική μετοχή
capitalized on
Παραδείγματα
The athlete aimed to capitalize on her strong performance to secure endorsement deals.
Η αθλήτρια στόχευε να εκμεταλλευτεί την ισχυρή της απόδοση για να εξασφαλίσει συμφωνίες χορηγίας.



























