Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to capitalize on
01
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
to use a particular situation, resources, or opportunity effectively to gain some benefit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
capitalize
ενεστώτας
capitalize on
γ΄ ενικό πρόσωπο
capitalizes on
ενεστώτα μετοχή
capitalizing on
απλός αόριστος
capitalized on
παθητική μετοχή
capitalized on
Παραδείγματα
She capitalized on her experience to get a better paying job.
Επωφελήθηκε από την εμπειρία της για να βρει μια καλύτερα αμειβόμενη δουλειά.



























