Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to branch off
01
διακλαδίζομαι, χωρίζω
(of a path or road) to split into another direction, creating a separate route
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
branch
ενεστώτας
branch off
γ΄ ενικό πρόσωπο
branches off
ενεστώτα μετοχή
branching off
απλός αόριστος
branched off
παθητική μετοχή
branched off
Παραδείγματα
The highway branches off into smaller roads leading to nearby towns.
Ο αυτοκινητόδρομος διακλαδίζεται σε μικρότερους δρόμους που οδηγούν σε κοντινές πόλεις.
02
αποκλίνω, χωρίζομαι
to make a turn from the main road onto a smaller road
Παραδείγματα
The hikers will branch off the trail for a scenic viewpoint.
Οι πεζοπόροι θα αποκλίνουν από το μονοπάτι για μια πανοραμική θέα.



























