to branch off
branch
brɑ:nʧ
braanch
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "branch off"στα αγγλικά

to branch off
01

διακλαδίζομαι, χωρίζω

(of a path or road) to split into another direction, creating a separate route 
to branch off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
branch
ενεστώτας
branch off
γ΄ ενικό πρόσωπο
branches off
ενεστώτα μετοχή
branching off
απλός αόριστος
branched off
παθητική μετοχή
branched off
Παραδείγματα
The highway branches off into smaller roads leading to nearby towns. 

Ο αυτοκινητόδρομος διακλαδίζεται σε μικρότερους δρόμους που οδηγούν σε κοντινές πόλεις.

02

αποκλίνω, χωρίζομαι

to make a turn from the main road onto a smaller road 
Παραδείγματα
The hikers will branch off the trail for a scenic viewpoint. 

Οι πεζοπόροι θα αποκλίνουν από το μονοπάτι για μια πανοραμική θέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store