to account to
Pronunciation
/ɐkˈaʊnt tuː/

Ορισμός και σημασία του "account to"στα αγγλικά

to account to
[phrase form: account]
01

λογοδοτώ σε, εξηγώ τις πράξεις μου σε

to explain one's actions or decisions to someone, usually a higher authority or supervisor
to account to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
account
ενεστώτας
account to
γ΄ ενικό πρόσωπο
accounts to
ενεστώτα μετοχή
accounting to
απλός αόριστος
accounted to
παθητική μετοχή
accounted to
Παραδείγματα
The CEO will account to the shareholders during the annual meeting for the company's performance.
Ο CEO θα λογοδοτήσει στους μετόχους κατά τη διάρκεια της ετήσιας συνάντησης για την απόδοση της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store