Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to account to
01
λογοδοτώ σε, εξηγώ τις πράξεις μου σε
to explain one's actions or decisions to someone, usually a higher authority or supervisor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
account
ενεστώτας
account to
γ΄ ενικό πρόσωπο
accounts to
ενεστώτα μετοχή
accounting to
απλός αόριστος
accounted to
παθητική μετοχή
accounted to
Παραδείγματα
As the project manager, she had to account to the senior executives for the progress of the project.
Ως διαχειρίστρια του έργου, έπρεπε να λογοδοτήσει στους ανώτερους εκτελεστικούς για την πρόοδο του έργου.



























