Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to balance out
01
εξισορροπώ, αποζημιώνω
to bring to equality by adjusting different elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
balance
ενεστώτας
balance out
γ΄ ενικό πρόσωπο
balances out
ενεστώτα μετοχή
balancing out
απλός αόριστος
balanced out
παθητική μετοχή
balanced out
Παραδείγματα
We aim to balance out opportunities for everyone in the community.
Σκοπός μας είναι να εξισορροπήσουμε τις ευκαιρίες για όλους στην κοινότητα.



























