Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to balance out
[phrase form: balance]
01
εξισορροπώ, αποζημιώνω
to bring to equality by adjusting different elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
balance
ενεστώτας
balance out
γ΄ ενικό πρόσωπο
balances out
ενεστώτα μετοχή
balancing out
απλός αόριστος
balanced out
παθητική μετοχή
balanced out
Παραδείγματα
He balanced out the playing time among the team members.
Ισορρόπησε τον χρόνο παιχνιδιού μεταξύ των μελών της ομάδας.



























