Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to add up to
[phrase form: add]
01
αθροίζομαι σε, φτάνω
to amount to a particular total
Transitive: to add up to a total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
add
ενεστώτας
add up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
adds up to
ενεστώτα μετοχή
adding up to
απλός αόριστος
added up to
παθητική μετοχή
added up to
Παραδείγματα
All the votes cast add up to a record turnout for the election.
Όλες οι ψήφοι που δόθηκαν αθροίζονται σε μια ρεκόρ προσέλευση για τις εκλογές.
02
οδηγώ σε, ισοδυναμώ με
to bring about a specific result
Transitive: to add up to a result
Παραδείγματα
The diverse skills of the team members will add up to a well-rounded and successful project outcome.
Οι διαφορετικές δεξιότητες των μελών της ομάδας θα συμβάλουν σε ένα ολοκληρωμένο και επιτυχημένο αποτέλεσμα του έργου.



























