Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wait up
01
περιμένω ξύπνιος, μένω ξύπνιος περιμένοντας
to stay awake and wait for someone to come
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
wait
ενεστώτας
wait up
γ΄ ενικό πρόσωπο
waits up
ενεστώτα μετοχή
waiting up
απλός αόριστος
waited up
παθητική μετοχή
waited up
Παραδείγματα
We waited up for hours until our friends arrived from the trip.
Περιμέναμε ξύπνιοι για ώρες μέχρι να φτάσουν οι φίλοι μας από το ταξίδι.
wait up
01
Περίμενέ με, Μην φύγεις χωρίς εμένα
used to ask someone to stop or slow down, often because one wants to talk to them or accompany them to a destination
Dialect
American
Παραδείγματα
During the hike, the group encouraged each other to wait up for those who needed a moment to catch their breath.
Κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας, η ομάδα ενθάρρυνε ο ένας τον άλλον να περιμένει όσους χρειάζονταν μια στιγμή να πάρουν ανάσα.



























