to wait up
wait
weɪt
veit
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "wait up"στα αγγλικά

to wait up
01

περιμένω ξύπνιος, μένω ξύπνιος περιμένοντας

to stay awake and wait for someone to come 
to wait up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
wait
ενεστώτας
wait up
γ΄ ενικό πρόσωπο
waits up
ενεστώτα μετοχή
waiting up
απλός αόριστος
waited up
παθητική μετοχή
waited up
Παραδείγματα
The dog always waits up for its owner to come back home. 

Ο σκύλος μένει πάντα ξύπνιος περιμένοντας τον ιδιοκτήτη του να γυρίσει σπίτι.

01

Περίμενέ με, Μην φύγεις χωρίς εμένα

used to ask someone to stop or slow down, often because one wants to talk to them or accompany them to a destination 
Dialectamerican flagAmerican
Παραδείγματα
As they walked ahead, she called out, "Hey, wait up! I want to talk to you about something." 

Καθώς περπατούσαν μπροστά, φώναξε: «Ε, περίμενε! Θέλω να σου μιλήσω για κάτι.»

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store