Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tie in with
[phrase form: tie]
01
συμπίπτει με, εναρμονίζεται με
to occur at the same time with another thing such as an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in with
βασικό ρήμα
tie
ενεστώτας
tie in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
ties in with
ενεστώτα μετοχή
tying in with
απλός αόριστος
tied in with
παθητική μετοχή
tied in with
Παραδείγματα
They're planning to tie their wedding in with the family reunion for a memorable celebration.
Σχεδιάζουν να συνδέσουν το γάμο τους με την οικογενειακή επανένωση για μια αξέχαστη γιορτή.
02
συνδέομαι με, συσχετίζομαι με
to have a connection or similarities with different elements, themes, etc.
Παραδείγματα
The events of the movie tie in with the historical context of the time, providing a realistic portrayal.
Τα γεγονότα της ταινίας συνδέονται με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, προσφέροντας μια ρεαλιστική απεικόνιση.



























