Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tie in with
01
συμπίπτει με, εναρμονίζεται με
to occur at the same time with another thing such as an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in with
βασικό ρήμα
tie
ενεστώτας
tie in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
ties in with
ενεστώτα μετοχή
tying in with
απλός αόριστος
tied in with
παθητική μετοχή
tied in with
Παραδείγματα
The charity event is planned to tie in with the national awareness campaign.
Η φιλανθρωπική εκδήλωση έχει προγραμματιστεί να συνδέεται με την εθνική εκστρατεία ευαισθητοποίησης.
02
συνδέομαι με, συσχετίζομαι με
to have a connection or similarities with different elements, themes, etc.
Παραδείγματα
The new research findings tie in with the existing studies, confirming the earlier observations.
Τα νέα ευρήματα της έρευνας συνδέονται με τις υπάρχουσες μελέτες, επιβεβαιώνοντας τις προηγούμενες παρατηρήσεις.



























