Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to think through
01
σκέφτομαι προσεκτικά, εξετάζω όλες τις πτυχές
to carefully consider all aspects of a situation or decision
Transitive: to think through sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think through
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks through
ενεστώτα μετοχή
thinking through
απλός αόριστος
thought through
παθητική μετοχή
thought through
Παραδείγματα
I need some time to think the project through before presenting it to the team.
Χρειάζομαι λίγο χρόνο να σκεφτώ καλά το έργο πριν το παρουσιάσω στην ομάδα.



























