thaw out
thaw
θɔ:
θω
out
aʊt
αουτ
/θˈɔː ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "thaw out"στα αγγλικά

to thaw out
[phrase form: thaw]
01

αποψύχω, ξεπαγώνω

to gradually become unfrozen after being taken out of the freezer
to thaw out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
thaw
ενεστώτας
thaw out
γ΄ ενικό πρόσωπο
thaws out
ενεστώτα μετοχή
thawing out
απλός αόριστος
thawed out
παθητική μετοχή
thawed out
Παραδείγματα
Do n't forget to thaw out the frozen berries for breakfast.
Μην ξεχάσετε να αποψύξετε τα κατεψυγμένα μούρα για το πρωινό.
02

ζεσταίνομαι, ξεπαγώνω

(of a person) to become warmer after being outside in the cold
Παραδείγματα
Wrapped in blankets, the family gathered around the heater to thaw out after the winter walk.
Τυλιγμένη σε κουβέρτες, η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από το θερμοσίφωνα για να ζεσταθεί μετά τον χειμερινό περίπατο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store