to thaw out
thaw
θɔ:
thaw
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "thaw out"στα αγγλικά

to thaw out
01

αποψύχω, ξεπαγώνω

to gradually become unfrozen after being taken out of the freezer 
to thaw out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
thaw
ενεστώτας
thaw out
γ΄ ενικό πρόσωπο
thaws out
ενεστώτα μετοχή
thawing out
απλός αόριστος
thawed out
παθητική μετοχή
thawed out
Παραδείγματα
She thawed the chicken out before cooking dinner. 

Απόψυξε το κοτόπουλο πριν μαγειρέψει το βραδινό.

02

ζεσταίνομαι, ξεπαγώνω

(of a person) to become warmer after being outside in the cold 
Παραδείγματα
Sitting by the fireplace helped him thaw out his frozen fingers. 

Το κάθισμα δίπλα στο τζάκι τον βοήθησε να ξεπαγώσει τα παγωμένα του δάχτυλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store