to stretch away
Pronunciation
/stɹˈɛtʃ ɐwˈeɪ/

Ορισμός και σημασία του "stretch away"στα αγγλικά

to stretch away
01

εκτείνομαι, διαστέλλομαι

(of an area or land) to extend over a considerable distance
to stretch away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
stretch
ενεστώτας
stretch away
γ΄ ενικό πρόσωπο
stretches away
ενεστώτα μετοχή
stretching away
απλός αόριστος
stretched away
παθητική μετοχή
stretched away
Παραδείγματα
From the mountaintop, the valleys below stretched away in all directions.
Από την κορυφή του βουνού, οι κοιλάδες από κάτω εκτείνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store