Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stretch away
01
εκτείνομαι, διαστέλλομαι
(of an area or land) to extend over a considerable distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
stretch
ενεστώτας
stretch away
γ΄ ενικό πρόσωπο
stretches away
ενεστώτα μετοχή
stretching away
απλός αόριστος
stretched away
παθητική μετοχή
stretched away
Παραδείγματα
From the mountaintop, the valleys below stretched away in all directions.
Από την κορυφή του βουνού, οι κοιλάδες από κάτω εκτείνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις.



























