Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stretch away
01
εκτείνομαι, διαστέλλομαι
(of an area or land) to extend over a considerable distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
stretch
ενεστώτας
stretch away
γ΄ ενικό πρόσωπο
stretches away
ενεστώτα μετοχή
stretching away
απλός αόριστος
stretched away
παθητική μετοχή
stretched away
Παραδείγματα
The vast desert landscape stretched away as far as the eye could see.
Η τεράστια ερημική τοποθεσία εκτεινόταν όσο μπορούσε να δει το μάτι.



























