Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay behind
[phrase form: stay]
01
παραμένω πίσω, παραμένω στη θέση μου
to remain in a location while others depart
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
behind
βασικό ρήμα
stay
ενεστώτας
stay behind
γ΄ ενικό πρόσωπο
stays behind
ενεστώτα μετοχή
staying behind
απλός αόριστος
stayed behind
παθητική μετοχή
stayed behind
Παραδείγματα
The dedicated volunteer stayed behind at the shelter to help with feeding and caring for the animals after visiting hours ended.
Ο αφοσιωμένος εθελοντής έμεινε πίσω στο καταφύγιο για να βοηθήσει στη σίτιση και τη φροντίδα των ζώων μετά το τέλος των ωρών επίσκεψης.



























