Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skimp on
[phrase form: skimp]
01
φειδόμαστε σε, σκιπώνομαι σε
to not provide enough time, money, or resources for something, which often leads to a lower-quality result or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
skimp
ενεστώτας
skimp on
γ΄ ενικό πρόσωπο
skimps on
ενεστώτα μετοχή
skimping on
απλός αόριστος
skimped on
παθητική μετοχή
skimped on
Παραδείγματα
It 's important not to skimp on computer security software to protect your sensitive data from potential threats.
Είναι σημαντικό να μην σκιποδαρεύετε στα λογισμικά ασφαλείας υπολογιστή για να προστατεύσετε τα ευαίσθητα δεδομένα σας από πιθανές απειλές.



























