Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skimp on
01
φειδόμαστε σε, σκιπώνομαι σε
to not provide enough time, money, or resources for something, which often leads to a lower-quality result or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
skimp
ενεστώτας
skimp on
γ΄ ενικό πρόσωπο
skimps on
ενεστώτα μετοχή
skimping on
απλός αόριστος
skimped on
παθητική μετοχή
skimped on
Παραδείγματα
She decided not to skimp on her education and invested in high-quality textbooks.
Αποφάσισε να μην κάνει οικονομία στην εκπαίδευσή της και επένδυσε σε βιβλία υψηλής ποιότητας.



























