Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to read into
01
υπερερμηνεύω, αποδίδω παραπάνω νόημα
to assume there is more meaning in a situation, statement, etc. than what is directly expressed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
read
ενεστώτας
read into
γ΄ ενικό πρόσωπο
reads into
ενεστώτα μετοχή
reading into
απλός αόριστος
read into
παθητική μετοχή
read into
Παραδείγματα
He often reads into her silence, assuming she's upset when she's just quiet.
Συχνά ερμηνεύει τη σιωπή της, υποθέτοντας ότι είναι αναστατωμένη ενώ είναι απλά ήσυχη.



























