Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put on to
[phrase form: put]
01
ενημερώνω, συνιστώ
to inform someone about something or someone useful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
onto
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts onto
ενεστώτα μετοχή
putting onto
απλός αόριστος
put onto
παθητική μετοχή
put onto
Παραδείγματα
She's always putting her colleagues onto new resources to help with their work.
Πάντα ενημερώνει τους συναδέλφους της για νέους πόρους για να τους βοηθήσει στη δουλειά τους.



























