Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pour into
[phrase form: pour]
01
επενδύουν σημαντικά ποσά, χρηματοδοτήσει
to invest a significant amount of money into something continuously or over an extended period
Ditransitive: to pour into an amount of money sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
pour
ενεστώτας
pour into
γ΄ ενικό πρόσωπο
pours into
ενεστώτα μετοχή
pouring into
απλός αόριστος
poured into
παθητική μετοχή
poured into
Παραδείγματα
The company poured millions into the research and development department.
Η εταιρεία επένδυσε εκατομμύρια στο τμήμα έρευνας και ανάπτυξης.



























