to phone up
Pronunciation
/fˈoʊn ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "phone up"στα αγγλικά

to phone up
[phrase form: phone]
01

τηλεφωνώ, καλώ

to call someone using a telephone
Dialectbritish flagBritish
to phone up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
phone
ενεστώτας
phone up
γ΄ ενικό πρόσωπο
phones up
ενεστώτα μετοχή
phoning up
απλός αόριστος
phoned up
παθητική μετοχή
phoned up
Παραδείγματα
She felt lonely, so she decided to phone up her best friend for a chat.
Αισθάνθηκε μοναξιά, έτσι αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην καλύτερή της φίλη για μια κουβέντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store