to phone up
phone
fəʊn
fewn
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "phone up"στα αγγλικά

to phone up
01

τηλεφωνώ, καλώ

to call someone using a telephone 
Dialectbritish flagBritish
to phone up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
phone
ενεστώτας
phone up
γ΄ ενικό πρόσωπο
phones up
ενεστώτα μετοχή
phoning up
απλός αόριστος
phoned up
παθητική μετοχή
phoned up
Παραδείγματα
I'll phone up the restaurant and make a reservation for tonight. 

Θα τηλεφωνήσω στο εστιατόριο και θα κάνω μια κράτηση για απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store