Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pencil in
01
καταγράφω με μολύβι, προγραμματίζω προσωρινά
to make a temporary appointment or arrangement that can be changed later
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
pencil
ενεστώτας
pencil in
γ΄ ενικό πρόσωπο
pencils in
ενεστώτα μετοχή
penciling in
απλός αόριστος
penciled in
παθητική μετοχή
penciled in
Παραδείγματα
I've penciled in a few potential dates for our workshop, but I'll double-check with everyone before finalizing.
Έχω σημειώσει με μολύβι μερικές πιθανές ημερομηνίες για το εργαστήριό μας, αλλά θα ελέγξω με όλους πριν οριστικοποιήσω.



























