Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to order around
[phrase form: order]
01
διατάζω, εντολή
to consistently instruct someone on what to do in a bossy and unpleasant manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
order
ενεστώτας
order around
γ΄ ενικό πρόσωπο
orders around
ενεστώτα μετοχή
ordering around
απλός αόριστος
ordered around
παθητική μετοχή
ordered around
Παραδείγματα
Effective leaders inspire rather than ordering their team members around.
Αποτελεσματικοί ηγέτες εμπνέουν παρά να διατάζουν τα μέλη της ομάδας τους.



























