to open onto
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
on
ɒn
on
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "open onto"στα αγγλικά

to open onto
01

βλέπω σε, ανοίγω σε

(of an area, door, or window) to provide direct access or a view to another area 
to open onto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
onto
βασικό ρήμα
open
ενεστώτας
open onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
opens onto
ενεστώτα μετοχή
opening onto
απλός αόριστος
opened onto
παθητική μετοχή
opened onto
Παραδείγματα
The balcony opens onto a stunning view of the mountains, offering a breathtaking panorama. 

Το μπαλκόνι ανοίγει σε μια εντυπωσιακή θέα των βουνών, προσφέροντας μια εντυπωσιακή πανοραμική θέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store