Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to open onto
[phrase form: open]
01
βλέπω σε, ανοίγω σε
(of an area, door, or window) to provide direct access or a view to another area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
onto
βασικό ρήμα
open
ενεστώτας
open onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
opens onto
ενεστώτα μετοχή
opening onto
απλός αόριστος
opened onto
παθητική μετοχή
opened onto
Παραδείγματα
The restaurant opens onto the waterfront, providing diners with a scenic experience.
Το εστιατόριο βλέπει προς την παραλία, προσφέροντας στους επισκέπτες μια πανοραμική εμπειρία.



























