to open onto
Pronunciation
/ˈoʊpən ˈɑːntʊ/

Ορισμός και σημασία του "open onto"στα αγγλικά

to open onto
[phrase form: open]
01

βλέπω σε, ανοίγω σε

(of an area, door, or window) to provide direct access or a view to another area
to open onto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
onto
βασικό ρήμα
open
ενεστώτας
open onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
opens onto
ενεστώτα μετοχή
opening onto
απλός αόριστος
opened onto
παθητική μετοχή
opened onto
Παραδείγματα
The restaurant opens onto the waterfront, providing diners with a scenic experience.
Το εστιατόριο βλέπει προς την παραλία, προσφέροντας στους επισκέπτες μια πανοραμική εμπειρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store