Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live for
[phrase form: live]
01
ζω για, αφιερώνω τη ζωή μου
to consider something or someone the most important thing or person in one's life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live for
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives for
ενεστώτα μετοχή
living for
απλός αόριστος
lived for
παθητική μετοχή
lived for
Παραδείγματα
The musician lives for the stage, feeling a surge of energy when performing for their audience.
Ο μουσικός ζει για τη σκηνή, νιώθοντας ένα κύμα ενέργειας όταν ερμηνεύει για το κοινό του.



























