Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live for
01
ζω για, αφιερώνω τη ζωή μου
to consider something or someone the most important thing or person in one's life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live for
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives for
ενεστώτα μετοχή
living for
απλός αόριστος
lived for
παθητική μετοχή
lived for
Παραδείγματα
She lives for her children, making their happiness her top priority.
Εκείνη ζει για τα παιδιά της, κάνοντας την ευτυχία τους την πρώτη της προτεραιότητα.



























