Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lie ahead
[phrase form: lie]
01
βρίσκεται μπροστά, περιμένει στο μέλλον
to be planned or expected to happen in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
lie
ενεστώτας
lie ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
lies ahead
ενεστώτα μετοχή
lying ahead
απλός αόριστος
lay ahead
παθητική μετοχή
lain ahead
Παραδείγματα
There are many exciting adventures lying ahead for us in this new chapter of our lives.
Υπάρχουν πολλές συναρπαστικές περιπέτειες που μας περιμένουν σε αυτό το νέο κεφάλαιο της ζωής μας.
02
βρίσκεται μπροστά, εκτείνεται μπροστά
to be situated or located in front of someone or something
Παραδείγματα
The city skyline lay ahead, its skyscrapers reaching towards the heavens like beacons of human ingenuity.
Το skyline της πόλης εκτεινόταν μπροστά, οι ουρανοξύστες της να φτάνουν στους ουρανούς σαν φάροι της ανθρώπινης εφευρετικότητας.



























