Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leave to
01
αφήνω, επιτρέπω
to allow someone to be alone or continue their work without being interrupted
Ditransitive: to leave to sb a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
leave
ενεστώτας
leave to
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaves to
ενεστώτα μετοχή
leaving to
απλός αόριστος
left to
παθητική μετοχή
left to
Παραδείγματα
The teacher left the students to their studies, providing them with ample time to complete their assignments.
Ο δάσκαλος άφησε τους μαθητές στις μελέτες τους, δίνοντάς τους αρκετό χρόνο για να ολοκληρώσουν τις εργασίες τους.
02
αφήνω σε, εμπιστεύομαι
to let someone else decide, choose, or do something because one trusts their judgment or ability
Ditransitive: to leave to a task or decision sb
Παραδείγματα
The teacher left the choice of the book to be read to the students.
Ο δάσκαλος άφησε την επιλογή του βιβλίου που θα διαβαστεί στους μαθητές.



























