Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leave aside
[phrase form: leave]
01
αφήνω στην άκρη, αναβάλλω προσωρινά
to temporarily put a topic on hold to address another matter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aside
βασικό ρήμα
leave
ενεστώτας
leave aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaves aside
ενεστώτα μετοχή
leaving aside
απλός αόριστος
left aside
παθητική μετοχή
left aside
Παραδείγματα
We will leave aside the technical details and discuss the broader implications of the proposal.
Θα αφήσουμε στην άκρη τις τεχνικές λεπτομέρειες και θα συζητήσουμε τις ευρύτερες επιπτώσεις της πρότασης.



























