Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jumble up
01
ανακατεύω, μπερδεύω
to disorganize items, elements, or information, creating a state of confusion or chaos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
jumble
ενεστώτας
jumble up
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumbles up
ενεστώτα μετοχή
jumbling up
απλός αόριστος
jumbled up
παθητική μετοχή
jumbled up
Παραδείγματα
Please don't jumble the documents up; we need them in order.
Παρακαλώ μην ανακατεύετε τα έγγραφα· τα χρειαζόμαστε με τη σειρά.



























