Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hide away
[phrase form: hide]
01
κρύβομαι, αποσύρομαι
to go to a secluded place to avoid being found by others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
hide
ενεστώτας
hide away
γ΄ ενικό πρόσωπο
hides away
ενεστώτα μετοχή
hiding away
απλός αόριστος
hid away
παθητική μετοχή
hidden away
Παραδείγματα
He wanted to hide away in the library, away from the bustling city, to concentrate on his studies.
Ήθελε να κρυφτεί στη βιβλιοθήκη, μακριά από την πολυσύχναστη πόλη, για να συγκεντρωθεί στις σπουδές του.



























