Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to help on with
01
βοηθώ να φορέσει, βοηθώ να βάλει
to assist someone in putting on a piece of clothing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on with
βασικό ρήμα
help
ενεστώτας
help on with
γ΄ ενικό πρόσωπο
helps on with
ενεστώτα μετοχή
helping on with
απλός αόριστος
helped on with
παθητική μετοχή
helped on with
Παραδείγματα
Let me help you on with your jacket.
Επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω να φορέσετε το σακάκι σας.



























