Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enter into
01
εισέρχομαι σε, ξεκινώ
to begin or become involved in a particular state, situation, agreement, or relationship
Transitive: to enter into a situation or agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
enter
ενεστώτας
enter into
γ΄ ενικό πρόσωπο
enters into
ενεστώτα μετοχή
entering into
απλός αόριστος
entered into
παθητική μετοχή
entered into
Παραδείγματα
The two companies decided to enter into a strategic partnership to expand their market reach.
Οι δύο εταιρείες αποφάσισαν να εισέλθουν σε μια στρατηγική συνεργασία για να επεκτείνουν την αγορά τους.



























