Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to divide up
01
μοιράζω, διαιρώ
to distribute something into separate parts, shares, or portions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
divide
ενεστώτας
divide up
γ΄ ενικό πρόσωπο
divides up
ενεστώτα μετοχή
dividing up
απλός αόριστος
divided up
παθητική μετοχή
divided up
Παραδείγματα
The team decided to divide up the tasks based on individual strengths and expertise.
Η ομάδα αποφάσισε να μοιράσει τις εργασίες με βάση τις ατομικές δυνάμεις και την εμπειρογνωμοσύνη.



























