Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count upon
[phrase form: count]
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to have confidence that someone will fulfill one's wishes or requests
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts upon
ενεστώτα μετοχή
counting upon
απλός αόριστος
counted upon
παθητική μετοχή
counted upon
Παραδείγματα
Delegating tasks becomes more effective when you can count upon your colleagues to deliver quality work.
Η ανάθεση εργασιών γίνεται πιο αποτελεσματική όταν μπορείτε να βασιστείτε στους συναδέλφους σας για την παράδοση ποιοτικής εργασίας.
02
βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
to confidently depend on something happening or being true
Παραδείγματα
The project manager could count upon the efficiency of the new software to streamline the workflow.
Ο διαχειριστής του έργου μπορούσε να βασιστεί στην αποτελεσματικότητα του νέου λογισμικού για την απλοποίηση της ροής εργασίας.



























