Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count upon
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to have confidence that someone will fulfill one's wishes or requests
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts upon
ενεστώτα μετοχή
counting upon
απλός αόριστος
counted upon
παθητική μετοχή
counted upon
Παραδείγματα
The manager knew he could count upon his dedicated team to meet tight deadlines.
Ο διαχειριστής ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί στην αφοσιωμένη ομάδα του για να πληροί σφιχτές προθεσμίες.
02
βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
to confidently depend on something happening or being true
Παραδείγματα
Investors often count upon a steady return on their long-term investments.
Οι επενδυτές συχνά βασίζονται σε μια σταθερή απόδοση των μακροπρόθεσμων επενδύσεών τους.



























