Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to club together
01
συνεισφέρω μαζί, συμβάλλουμε από κοινού
(of a group of people) to contribute toward a shared expense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
club
ενεστώτας
club together
γ΄ ενικό πρόσωπο
clubs together
ενεστώτα μετοχή
clubbing together
απλός αόριστος
clubbed together
παθητική μετοχή
clubbed together
Παραδείγματα
We decided to club together and buy a gift for our friend's birthday.
Αποφασίσαμε να συγκεντρώσουμε χρήματα για να αγοράσουμε ένα δώρο για τα γενέθλια του φίλου μας.



























