call round
call
kɔ:l
κωλ
round
raʊnd
ραουνντ
/kˈɔːl ɹˈaʊnd/

Ορισμός και σημασία του "call round"στα αγγλικά

to call round
[phrase form: call]
01

περισσέψω, κάνω μια σύντομη επίσκεψη

to visit someone casually and briefly, usually someone who lives nearby
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
round
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call round
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls round
ενεστώτα μετοχή
calling round
απλός αόριστος
called round
παθητική μετοχή
called round
Παραδείγματα
We 're planning to call round at the Smiths' for a coffee tomorrow.
Σχεδιάζουμε να περάσουμε στους Smith για έναν καφέ αύριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store