Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bliss out
01
νιώθω εξαιρετικά ευτυχισμένος και χαλαρός χωρίς συγκεκριμένο λόγο, βρίσκομαι σε κατάσταση ευδαιμονίας χωρίς εμφανή λόγο
to feel really happy and relaxed without any particular reason
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
bliss
ενεστώτας
bliss out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blisses out
ενεστώτα μετοχή
blissing out
απλός αόριστος
blissed out
παθητική μετοχή
blissed out
Παραδείγματα
After the stressful project was over, she found herself blissing out in the sunshine.
Μετά το τέλος του στρεσογόνου έργου, βρέθηκε να απολαμβάνει την ευτυχία στον ήλιο.
02
κάνει κάποιον να αισθάνεται εξαιρετικά ευτυχισμένο ή ικανοποιημένο, γεμίζει με ευτυχία
to make someone feel extremely happy or content
Παραδείγματα
Nature's beauty never fails to bliss out those who appreciate it.
Η ομορφιά της φύσης δεν αποτυγχάνει ποτέ να ευχαριστήσει εκείνους που την εκτιμούν.



























