Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to big up
01
εξυμνώ, εκθειάζω
to praise someone or something a lot and make them seem better than they actually are
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
big
ενεστώτας
big up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bigs up
ενεστώτα μετοχή
bigging up
απλός αόριστος
bigged up
παθητική μετοχή
bigged up
Παραδείγματα
The radio host consistently bigs up local artists on the show.
Ο ραδιοφωνικός παρουσιαστής εξυμνεί συνεχώς τους τοπικούς καλλιτέχνες στην εκπομπή.
02
αυξάνω τη μυική μάζα, δυναμώνω
to increase one's muscle mass through exercise and training
Παραδείγματα
She's been successfully bigging up by following a disciplined workout routine.
Επιτυχώς αύξησε τη μυϊκή της μάζα ακολουθώντας μια πειθαρχημένη ρουτίνα γυμναστικής.



























