to become of
be
bi
come
ˈkʌm
kam
of
ɒv
ov

Ορισμός και σημασία του "become of"στα αγγλικά

to become of
01

γίνομαι από, συμβαίνω σε

to ask about what has happened or will happen to someone or something 
to become of definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
became
ενεστώτας
become of
γ΄ ενικό πρόσωπο
becomes of
ενεστώτα μετοχή
becoming of
απλός αόριστος
became of
παθητική μετοχή
become of
Παραδείγματα
I dread to think what will become of them if they lose their home. 

Φοβάμαι να σκεφτώ τι θα γίνει με αυτούς αν χάσουν το σπίτι τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store