Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to become of
[phrase form: became]
01
γίνομαι από, συμβαίνω σε
to ask about what has happened or will happen to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
became
ενεστώτας
become of
γ΄ ενικό πρόσωπο
becomes of
ενεστώτα μετοχή
becoming of
απλός αόριστος
became of
παθητική μετοχή
become of
Παραδείγματα
Whatever will become of Sam when his wife dies?
Τι θα γίνει με τον Σαμ όταν πεθάνει η γυναίκα του;



























