to take up with
take
teɪk
teik
up
ʌp
ap
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "take up with"στα αγγλικά

to take up with
01

αφιερώνω τον χρόνο και την ενέργειά μου σε, ξεκινώ

to dedicate one's time and energy to a specific activity or pursuit 
to take up with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up with
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take up with
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes up with
ενεστώτα μετοχή
taking up with
απλός αόριστος
took up with
παθητική μετοχή
taken up with
Παραδείγματα
I'm planning to take up with a new hobby—photography. 

Σχεδιάζω να αφοσιωθώ σε ένα νέο χόμπι—τη φωτογραφία.

02

συνδέομαι με, συναναστρέφομαι με

to form a close connection with someone or a group based on shared interests or support 
Παραδείγματα
She decided to take up with a new group of friends after moving to the city. 

Αποφάσισε να συνδεθεί με μια νέα ομάδα φίλων μετά τη μετακόμιση στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store