to bang into
bang
ˈbæng
bāng
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "bang into"στα αγγλικά

to bang into
01

συγκρούομαι με, χτυπώ κατά λάθος

to hit something accidentally 
to bang into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
bang
ενεστώτας
bang into
γ΄ ενικό πρόσωπο
bangs into
ενεστώτα μετοχή
banging into
απλός αόριστος
banged into
παθητική μετοχή
banged into
Παραδείγματα
The skateboarder banged into the rail during the trick. 

Ο skateboarder χτύπησε στο κιγκλίδωμα κατά τη διάρκεια του κόλπου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store