Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep from
[phrase form: keep]
01
εμποδίζω, κρατάω
to prevent someone from engaging in a specific activity
Παραδείγματα
Do n't let my presence keep you from your task; I'll be quiet and work in the corner.
Μην αφήσεις την παρουσία μου να σε εμποδίσει από το έργο σου· θα είμαι ήσυχος και θα δουλεύω στη γωνία.
02
κρύβω, αποκρύπτω
to refrain from sharing information with someone
Παραδείγματα
He decided to keep the details of the surprise party from his sister to maintain the element of surprise.
Αποφάσισε να κρύψει τις λεπτομέρειες του πάρτι έκπληξης από την αδερφή του για να διατηρήσει το στοιχείο της έκπληξης.
03
αποτρέπω, εμποδίζω
to prevent a specific emotion, expression, or characteristic from having an impact on a particular situation
Παραδείγματα
She strived to keep her personal issues from influencing her interactions with colleagues.
Προσπάθησε να αποτρέψει τα προσωπικά της ζητήματα από το να επηρεάσουν τις αλληλεπιδράσεις της με τους συναδέλφους.



























