kiting
ki
ˈkaɪ
kai
ting
tɪng
ting
bitingwhitingunitingwriting

Ορισμός και σημασία του "kiting"στα αγγλικά

01

χαρταετός, η πράξη του να πετάς χαρταετό

the act of flying a kite on a string 
kiting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kitings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

kiting
kit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store