kiteboard
kite
ˈkaɪt
kait
board
bɔ:d
bawd
kickboard

Ορισμός και σημασία του "kiteboard"στα αγγλικά

01

σανίδα κάιτσερφ, κάιτμπορντ

a board ridden on water, propelled by a large kite that the rider controls 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kiteboards
Παραδείγματα
We rented kiteboards and took lessons at the beach. 

Νοικιάσαμε kiteboards και πήραμε μαθήματα στην παραλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store