Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scuba-dive
01
κάνω καταδύσεις με αυτόνομη αναπνευστική συσκευή, ασχολούμαι με την αυτόνομη κατάδυση
to engage in underwater diving using a self-contained underwater breathing apparatus
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scuba-dive
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuba-dives
ενεστώτα μετοχή
scuba-diving
απλός αόριστος
scuba-dived
παθητική μετοχή
scuba-dived
Παραδείγματα
During their tropical vacation, they decided to scuba-dive to explore the vibrant coral reefs.
Κατά τη διάρκεια των τροπικών διακοπών τους, αποφάσισαν να κάνουν καταδύσεις για να εξερευνήσουν τα ζωντανά κοραλλιογενή υφάλους.



























