Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
high-profile
01
διαβόητος, που τραβάει πολύ δημόσια προσοχή
drawing a lot of public attention or interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most high-profile
συγκριτικός βαθμός
more high-profile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scandal involving a high-profile public figure dominated headlines for weeks, sparking intense public interest and debate.
Το σκάνδαλο που αφορούσε μια διακεκριμένη δημόσια προσωπικότητα κυριάρχησε στις επικεφαλίδες για εβδομάδες, προκαλώντας έντονο δημόσιο ενδιαφέρον και συζήτηση.



























