to bodge
Pronunciation
/bˈɑːdʒ/

Ορισμός και σημασία του "bodge"στα αγγλικά

to bodge
01

καταστρέφω, χαλώ

make a mess of, destroy or ruin
to bodge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bodge
γ΄ ενικό πρόσωπο
bodges
ενεστώτα μετοχή
bodging
απλός αόριστος
bodged
παθητική μετοχή
bodged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store