Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shop around
01
συγκρίνω τιμές, περιφέρομαι στα καταστήματα
to compare the prices or quality of goods or services from different suppliers or stores before making a purchase
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
shop
ενεστώτας
shop around
γ΄ ενικό πρόσωπο
shops around
ενεστώτα μετοχή
shopping around
απλός αόριστος
shopped around
παθητική μετοχή
shopped around
Παραδείγματα
They spent the weekend shopping around for the perfect wedding venue.
Πέρασαν το σαββατοκύριακο συγκρίνοντας τιμές για να βρουν τον ιδανικό χώρο γάμου.



























