Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shop around
[phrase form: shop]
01
συγκρίνω τιμές, περιφέρομαι στα καταστήματα
to compare the prices or quality of goods or services from different suppliers or stores before making a purchase
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
shop
ενεστώτας
shop around
γ΄ ενικό πρόσωπο
shops around
ενεστώτα μετοχή
shopping around
απλός αόριστος
shopped around
παθητική μετοχή
shopped around
Παραδείγματα
The family is currently shopping around for a new home in the area.
Η οικογένεια συγκρίνει τώρα τις τιμές για ένα νέο σπίτι στην περιοχή.



























