Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nose around
01
ψαχουλεύω, περιεργάζομαι
to try to find something, particularly information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
nose
ενεστώτας
nose around
γ΄ ενικό πρόσωπο
noses around
ενεστώτα μετοχή
nosing around
απλός αόριστος
nosed around
παθητική μετοχή
nosed around
Παραδείγματα
I noticed him nosing around the office, looking through files.
Τον πρόσεξα να ψάχνει γύρω από το γραφείο, κοιτάζοντας αρχεία.



























